Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

«Τελετή Θανάτου» (Ένας μυστηριώδης θρύλος στο Cosmoistorika)

Μια γυναίκα η οποία είχε αποκτήσει από τη τοπική κοινωνία το στίγμα της "στέρφας", ύστερα από αρκετές προσπάθειες, καταφέρνει να μείνει έγκυος. Η εγκυμοσύνη της δεν ήταν εύκολη και το ίδιο δύσκολη εξελίχθηκε και η γέννα της. Γέννησε στο σπίτι της μόνο με τη βοήθεια της μάνας της, καθώς την εποχή εκείνη στην επαρχία γιατροί και νοσοκομεία δεν υπήρχαν. Δυστυχώς, όμως, η μέρα που περίμενε με ανυπομονησία όλη τη ζωή της μετατράπηκε σε πραγματικό εφιάλτη! Οι πόνοι της γέννας ήταν αφόρητοι και κινδύνευε η ζωή τόσο της ίδιας τόσο και των 2 δίδυμων μωρών που είχε στα σπλάχνα της.

Τελικά η γυναίκα έζησε, γέννησε ένα όμορφο αγοράκι, ωστόσο το άλλο παιδί που κυοφορούσε δεν επιβίωσε και γρήγορα ξεψύχησε. Μολονότι έφερε στη ζωή ένα μωρό που τόσο πολύ επιθυμούσε δεν μπορούσε να αντέξει το χαμό του δεύτερου μωρού της. Θεώρησε πως δεν ήταν άξια ως μάνα και πως ο Θεός μετάνιωσε για τα παιδιά που της έστειλε. Ήταν βέβαια ότι πολύ σύντομα και το ζωντανό μωρό της θα πέθανε επίσης. Μην αντέχοντας τις τύψεις συνειδήσεως, καθώς και την κοινωνική κριτική των συγχωριανών της οι οποίοι θα κατηγορούσαν εκείνη ως άτεκνη και ανίκανη μάνα, προτού μαθευτούν τα νέα στην κοινότητα, μίλησε με τον άντρα και την οικογένειά της για κάτι πολύ σημαντικό. Θεώρησε πως δεν άξιζε να ζει άλλο πια και ζήτησε να την θάψουν ζωντανή, αγκαλιά με το νεκρό μωρό της.
 

Οι αντιδράσεις της μάνας της εγκύου ήταν πολύ έντονες, ενώ, αντιθέτως, ο άντρας της, θέλοντας να αποφύγει την κατακραυγή που θα βίωνε, ήταν σύμφωνος με την άποψη της γυναίκας του. Εντωμεταξύ το ζωντανό μωρό της αρρώσταινε συνεχώς, χωρίς όμως να απειλείται η ζωή του. Η γυναίκα, όμως, καθώς ήταν σίγουρη ότι θα πεθάνει και αυτό, απαίτησε να θαφτεί μαζί και με τα δύο μωρά της.
 
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ το ζευγάρι, αγνοώντας τη σθεναρή άρνηση της μάνας της εγκύου, προχώρησε στην υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Ο άντρας άρχισε να σκάβει ένα βαθύ λάκκο, λίγο έξω από το χωριό, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των κατοίκων. Γύρω από το λάκκο, κυκλικά, άναψαν 29 κεριά, όσο ήταν και τα χρόνια της ζωής της. Ύστερα, με σιγανή φωνή η γυναίκα έψαλλε τα παρακάτω λόγια: «Παντοδύναμε, δεν μου άξιζε η ζωή που μου πρόσφερες ολόψυχα. Από την αρχή ήμουν ένα λάθος. Κανένας δεν με αγάπησε, ούτε και εγώ. Σε όλους γινόμουν βάρος ασήκωτο και όλοι μίλαγαν για εμένα με τα χειρότερα λόγια. Ευχαριστώ τον άντρα μου που δεν με σκότωσε νωρίτερα και με άφησε να επιλέξω εγώ η ίδια το θάνατό μου. Του δίνω την ευχή μου και ζητώ τη συγγνώμη του για την ακληρία που του πρόσφερα». Αφού ολοκλήρωσε τα λόγια της, αποτίναξε από πάνω της, και από πάνω από τα μωρά της, όλα τα ρούχα, έτσι ώστε να παραδοθούν στον Κύριο όπως ακριβώς πλάστηκαν.


Νίφτηκε με αγιόνερο αυτή και τα παιδιά της και, όπως είχαν προσυμφωνήσει, άρχισε ο άντρας της να την δέρνει δυνατά με κληματόβεργες. Πίστευαν πως έτσι, ίσως, θα τιμωρούνταν για το μεγάλο κακό που διέπραξε. Ο άντρας της σταμάτησε μόνο όταν η γυναίκα άρχισε να ματώνει. Αφού φίλησε η "ματωμένη" μάνα τα δύο αγγελούδια της, ενώ το ένα έκλαιγε συνεχώς, μπήκε μέσα στο λάκκο αγκαλιά με τα μωρά της.

Η τελετή εξαγνισμού της, όμως, δεν τελείωσε, εκεί. Ο άντρας της βάζει φωτιά στην μάνα και τα μωρά και ταυτοχρόνως τους ρίχνει νερό. Με αυτή τη μάχη φωτιάς – νερού, δηλαδή κόλασης – παράδεισου, θα φανεί κατά πόσο η μάνα με τα παιδιά της θα πάνε στον μεταθανάτιο παράδεισο. Αν η γυναίκα υπομείνει αυτά τα βασανιστήρια δίχως να βγάλει άχνα τότε θα κατακτήσει την επουράνια αγνότητα. Και τελικά έτσι γίνεται. Η μάνα δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή. Πλέον επικρατεί απέραντη σιωπή, αφού και το ζωντανό μωρό που σφάδαζε στο κλάμα τώρα πέθανε. Κανείς δεν θα μάθει αν θα ζούσε ή θα πέθανε μετά από λίγο, σύμφωνα με τη μάνα του.

Το φρικτό θέαμα της καμένης, γυμνής μάνας με τα μωρά της παγώνει λίγο τον άντρα. Παρόλο που είχε προετοιμαστεί για αυτό, δεν μπορεί να παραμείνει τελείως ψύχραιμος. Ο φόβος του, όμως, μήπως κάποιος τον δει τον αναγκάζει να κλείσει γρήγορα το λάκκο, όσο καλύτερα γινόταν. Φύλλα που πέφτουν από τα γυμνά δέντρα ντύνουν τους πεθαμένους με τα χρώματα της φύσης που ο Θεός έφτιαξε.

Το βράδυ εκείνο για τον άντρα ήταν δύσκολο και ιδιαίτερα μοναχικό. Το επόμενο πρωί ανακοίνωσε στη μάνα της νεκρής γυναίκας αναλυτικά όσα έγιναν. Το σοκ και η λύπη της ήταν αβάσταχτη. Δεν μπορούσε να πιστέψει τι έκανε η κόρη της, με τη συγκατάθεση του άντρα της. Βγαίνει η ίδια έξω στους δρόμους και φωνάζει πως την κόρη της την σκότωσε ο άντρας της.

Αυτός, θέλοντας να αποφύγει το λιντσάρισμα του χωριού, πηγαίνει στο απόμακρο σημείο, έξω από το χωριό, στο "τάφο" της οικογένειάς του και λέει: «Τυχερή γυναίκα, εσύ επέλεξες το θάνατό σου. Εγώ αναγκάζομαι να σας συναντήσω πρόωρα. Εσύ προετοιμάστηκες για να πας στο παράδεισο. Εγώ δεν προλαβαίνω. Αν ζήσω θα με σκοτώσουν και αν πεθάνω θα πάω στην κόλαση. Τι λες να κάνω? Τι είναι προτιμότερο δεν ξέρω».

Σκέφτεται, αλλά οι σκέψεις του διακόπτονται από αγριεμένα άτομα που μάλλον τον εντόπισαν. Τότε παίρνει φόρα και αρχίζει να βαρά, όσο πιο δυνατά γινόταν, το κεφάλι του στο κορμό του δέντρου. Παίρνει και το φτυάρι με το οποίο έθαψε χθες την οικογένειά του και βρισκόταν ακόμη εκεί και χτυπιέται όσο πιο δυνατά μπορούσε. Προσπαθεί να ανοίξει το λάκκο για να θαφτεί μαζί με την οικογένειά του, όμως δεν προφταίνει. Ένας ντόπιος τον βλέπει και αρχίζει να τον κυνηγά. Ο άντρας τρέχει όσο μπορεί προς ένα κοντινό ρέμα. Δεν αντέχει όμως και πεθαίνει. Δεν πέθανε όπως ήθελε, αλλά τουλάχιστον δεν τον σκότωσαν οι άλλοι. Κάτι είναι και αυτό!   

* Η ιστορία αυτή είναι ένα μυστηριώδης θρύλος που κυκλοφορεί κάπου στην Ελλάδα. Δεν είναι σίγουρο κατά πόσο είναι αληθής ή όχι, ωστόσο αντικατοπτρίζει ένα κομμάτι της τοπικής κοινωνίας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου